ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΣΤΑΘΜΟΣ ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ

Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΘΕΡΙΕΥΕΙ

(Ιανουάριος 2006)

Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς παρέα νεαρών Ελλήνων από το Ρέθυμνο τσακώθηκε με άλλη παρέα αλβανών νεαρών, γιατί ένας απ’ αυτούς είχε κάνει το τρομερό έγκλημα να φορέσει μπλούζα με τυπωμένη την αλβανική σημαία! Κατά τη συμπλοκή τραυματίστηκε ελαφρά ένας 18χρονος ρεθυμνιώτης φαντάρος, καταδρομέας. Αυτός λοιπόν, αφού δε βρήκε αυτόν με τον οποίο συνεπλάκη, θεώρησε πρέπον, ξημερώματα Πρωτοχρονιάς να ζητήσει τη συνδρομή άλλων τεσσάρων νεαρών ηλικίας 18-21 ετών, του 44χρονου πατέρα του και μιας 28χρονης από τη Βουλγαρία, για να σπάσουν την πόρτα της κεντρικής εισόδου του σπιτιού, στο οποίο κοιμούνταν ανυποψίαστοι ο αλβανός Λατίβ Γιαχάι με το 18χρονο γιο του Έντισον (ο οποίος, σημειωτέον, δεν είχε καμιά σχέση με το επεισόδιο), να χτυπήσουν τον πατέρα, να καταδιώξουν το γιο, να τον ακινητοποιήσουν στην ταράτσα και να τον δολοφονήσει άνανδρα με 17 μαχαιριές στο κεφάλι, το θώρακα, την πλάτη, τα χέρια και τα πόδια (δεν του άφησε και τίποτα – τέτοιο ήταν το μένος του). Ο πατέρας του νεαρού νοσηλεύεται σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, ενώ η σορός του 18χρονου μεταφέρθηκε στην Αλβανία, όπου και ενταφιάστηκε.
Αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι πως ο στόχος της επίθεσης δεν ήταν ένας άνθρωπος αλλά μια ολόκληρη οικογένεια: Η σύζυγος και ο μικρότερος γιος είχαν φύγει για τις γιορτές στην Αλβανία και στο Ρέθυμνο είχαν μείνει τα θύματα της επίθεσης. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι και ο δολοφόνος δεν είναι ένας μεμονωμένος άνθρωπος αλλά δύο μέλη της ίδιας οικογένειας: πατέρας, δύο γιοι, καθώς και μερικοί φίλοι τους, πράγμα που δείχνει τη γενικότερη έμπρακτη κοινωνική επικρότηση του φόνου.
Ο ιατροδικαστής Μανώλης Μιχαλοδημητράκης, που διενήργησε τη νεκροψία-νεκροτομή, «έκανε λόγο για τυφλό μίσος και χτυπήματα που έγιναν με μανία, καθώς στο πτώμα του παλικαριού βρέθηκε καρφωμένο το μαχαίρι με το οποίο κατακρεουργήθηκε» (Ελευθεροτυπία, 3-1-2006).
Στο 18χρονο Ρεθυμνιώτη, του οποίου το όνομα –είναι χαρακτηριστικό αυτό- δεν αναφέρεται στον Τύπο, λες και πρόκειται για επτασφράγιστο κρατικό μυστικό, ο εισαγγελέας Ρεθύμνου άσκησε στις 3 Γενάρη ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση, παράνομη οπλοκατοχή, οπλοφορία και οπλοχρησία• στους υπόλοιπους πέντε, μεταξύ των οποίων είναι και ο πατέρας και ο μικρότερος αδελφός του, ασκήθηκε δίωξη για άμεση συνέργεια στην ανθρωποκτονία, ενώ στη γυναίκα από τη Βουλγαρία, που είναι φίλη του πατέρα του δολοφόνου, ασκήθηκε δίωξη για πρόκληση σωματικών βλαβών. Επίσης όλοι κατηγορούνται για διατάραξη οικογενειακής ειρήνης.
Στις 4 Γενάρη, μετά την απολογία τους στην ανακρίτρια Ρεθύμνου, με τη σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα προφυλακίστηκαν πατέρας και γιος, ενώ ο μικρότερος αδελφός του φονιά, που συμμετείχε στην ομάδα των εισβολέων, μετά την απολογία του αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση 5000 ευρώ και η φίλη του πατέρα αφέθηκε ελεύθερη χωρίς χρηματική εγγύηση!
Από τις αντιδράσεις που ακολούθησαν σταχυολογούμε μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
«Ο αστυνομικός διευθυντής Ρεθύμνου Μιχάλης Βατσολάκης χαρακτήρισε το έγκλημα “φρικιαστικό”, εξέφρασε τη συμπαράστασή του προς τους συγγενείς του άτυχου Αλβανού και έριξε το βάρος “στον πατέρα του δράστη, ο οποίος συμμετείχε και, αντί σαν γονιός να λειτουργήσει πυροσβεστικά, λειτούργησε εμπρηστικά”» (στο ίδιο). Από την άλλη ο νομάρχης Ρεθύμνου Γιώργης Παπαδάκης έκανε λόγο για «αποτρόπαια δολοφονική ενέργεια ενός συνανθρώπου μας» (Ελευθεροτυπία, 4-1-2006), ενώ «ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Μανώλης Όθωνας εξέφρασε χθες τον αποτροπιασμό του για το έγκλημα αυτό και κάλεσε όλους, ντόπιους και μετανάστες, “να απομονώσουν τις ακραίες φωνές και να εγγυηθούμε με την ευθύνη που έχουμε όλοι, την έξοδο από αυτήν την κρίση που το συγκεκριμένο περιστατικό προκάλεσε”» (Ελευθεροτυπία, 5-1-2006).
Το απόγευμα στις 2 Γενάρη αλβανοί μετανάστες «πραγματοποίησαν πορεία διαμαρτυρίας και άναψαν ένα κερί στη μνήμη του θύματος στο κέντρο της πόλης, ενώ απειλήθηκαν επεισόδια όταν τους επιτέθηκαν φραστικά ντόπιοι και τους πέταξαν ένα γυάλινο ποτήρι» (Ελευθεροτυπία, 3-1-2006). Οι αντιδράσεις των ντόπιων στην πορεία προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία: Αντί να συγκεντρωθεί όλος ο ντόπιος πληθυσμός με ευθύνη κομμάτων, φορέων και λοιπών οργανώσεων, αντί να ξεσηκωθούν κι οι πέτρες στην απρόκλητη ρατσιστική επίθεση, που αποτελεί ντροπή όχι μόνο των δραστών, αλλά και ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας, οι ντόπιοι αφέθηκαν να βρίζουν κι από πάνω τα θύματα και να τους πετάνε ποτήρια… Όπως σωστά γράφει ο Φ.Κ. στη στήλη των Παρασκηνίων στην Ελευθεροτυπία (7-1-2006), «το ρατσιστικό μίσος ξεπέρασε ακόμη και αυτό το απόλυτα απαγορευμένο ηθικό όριο της προσβολής μνήμης νεκρού. Αποδεικνύοντας (όχι για πρώτη φορά) ότι οι μαύρες καταβολές του φασισμού έχουν πλέον δραπετεύσει από τις (ιστορικές) παρενθέσεις τους…».
Με μια τέτοια συμπεριφορά του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας είναι φυσικό που την υπεράσπιση των θυμάτων την αναλαμβάνει ένας άλλος σοβινισμός εμπρηστής των Βαλκανίων, ο αλβανικός, για να ολοκληρωθεί το ρατσιστικό μίσος και να πάρει συνειδητά εθνικά χαρακτηριστικά και από τις δύο πλευρές. Έτσι στις 4 Γενάρη η αλβανική Βουλή των εφήβων διοργάνωσε διαδήλωση διαμαρτυρίας στα Τίρανα έξω από την ελληνική πρεσβεία. «Εκατό περίπου νεαροί, κρατώντας πανό με αντιρατσιστικά συνθήματα, άναψαν 120 κεριά “στη μνήμη ισάριθμων Αλβανών μεταναστών που έγιναν θύματα ρατσιστικών ενεργειών την τελευταία 15ετία στην Ελλάδα”, σύμφωνα με δήλωση των διοργανωτών. Ο πρόεδρος της Βουλής των εφήβων ζήτησε να κρατηθεί ενός λεπτού σιγή σε όλα τα σχολεία της χώρας στη μνήμη του νεκρού μετανάστη, ενώ μέλη της ζήτησαν από την αλβανική κυβέρνηση να αντιμετωπίσει με πιο αποφασιστικές παρεμβάσεις παρόμοια κρούσματα ρατσισμού στην Ελλάδα (!). Προχθές ο αλβανός υπουργός Εξωτερικών Μπεσνίκ Μουσταφάι είχε εκφράσει τη λύπη του για το τραγικό περιστατικό, δηλώνοντας ταυτόχρονα την ικανοποίησή του για την άμεση αντίδραση των ελληνικών αρχών που συνέλαβαν τους φερόμενους ως δράστες. “Εκφράζω την ελπίδα ότι με την ίδια ταχύτητα και αυστηρότητα, που προβλέπει ο νόμος, θα ενεργήσει και η ελληνική δικαιοσύνη”» (Ελευθεροτυπία, 5-1-2006).
Τα λαλίστατα σε άλλες περιπτώσεις κανάλια μας, ενώ σε άλλες λιγότερο σημαντικές ειδήσεις αφιερώνουν δελτία ολόκληρα καλώντας τον ένα μετά τον άλλο και γεμίζοντας τα πολυπληθή παράθυρά τους με πάσης φύσεως, ειδικούς και μη, επί παντός επιστητού, αυτή τη φορά παρίσταναν το μουγκό και τον τυφλό, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (εκπομπή Γιάννη Θεοδωράκη στο «Σταρ», το βράδυ της Παρασκευής 13 Γενάρη, όπου σε μια τηλεφωνική δημοσκόπηση της εκπομπής του είχε θέσει και αυτό, ανάμεσα σε άλλα ζητήματα της επικαιρότητας, το θέμα). Αντί να γίνεται θέμα στην ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, γιατί είναι θέμα, και μάλιστα το θέμα πρώτης γραμμής, αντί να μπαίνει στα σχολεία για συζήτηση με πρωτοβουλία του υπουργείου Παιδείας και της φωνασκούσης για το παραμικρό ΟΛΜΕ, ΔΟΕ κτλ., πέφτει μια ένοχη σιωπή με τη γνωστή, σε παρόμοιες περιπτώσεις, ανερμάτιστη δικαιολογία ότι πρόκειται για «μεμονωμένο περιστατικό»…
Κι όμως ο ρατσισμός και η ξενοφοβία έχουν διαποτίσει πια, μεθοδικά και σε βάθος χρόνου, ένα πελώριο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Όλη αυτή η βία που εκκολάπτεται ενάντια στους μετανάστες δεν θα ξεσπάσει μόνο σε αυτούς αλλά θα ξεσπάσει πάνω στο σύνολο του ελληνικού λαού και πρώτα απ’ όλους στους δημοκράτες. Γι αυτό πρέπει όσο υπάρχει καιρός παντού στους χώρους δουλειάς, στα σχολεία, στα συνδικάτα, στις παρέες, παντού να εξηγούμε στο κόσμο τι αισχρό και αυτοκτονικό είναι να αφήνουμε αυτό το ρατσιστικό μίσος να δυναμώνει. Πρέπει να απαιτούμε από τα συνδικάτα να μην επιτρέπουν κανένα σπάσιμο μεροκάματου και να πείθουμε ταυτόχρονα τους εργάτες να υποστηρίζουν το αίτημα για πολιτικά δικαιώματα στους μετανάστες γιατί δίχως αυτά τα δικαιώματα, ιδιαίτερα το δικαίωμα στη μόνιμη παραμονή, οι παλιότεροι ριζωμένοι πια μετανάστες όχι μόνο δεν μπορούν να παλέψουν ενιαία με τους έλληνες για κανονικά μεροκάματα για όλους, αλλά θα μετατρέπονται όλο και περισσότερο σε απεργοσπαστικό στρατό. Πρέπει να απαιτούμε μέτρα ενάντια στη λαθρομετανάστευση αλλά όχι να επιτρέπουμε τις απαράδεκτες συνθήκες κράτησης και τη ρατσιστική βία του καθεστώτος μέσω των αστυνομικών και συνοριοφυλάκων ενάντια τους. Πρέπει πάνω απ όλα να πούμε σε όλο τον πληθυσμό ότι ο θάνατος ενός μετανάστη από ρατσιστική βία ισοδυναμεί με θάνατο χιλιάδων ανθρώπων και ότι όσο αυτός ο θάνατος δεν καταδικάζεται μαζικά τότε οδηγούμαστε σε δημοκρατική αλλά τελικά και σε εθνική αυτοκτονία. Γιατί δεν πρέπει κανείς να ξεχνάει ότι ο φασισμός στην εξουσία σημαίνει ο πόλεμος στην εξουσία και ότι αυτός ο πόλεμος είναι πάντα η στρατιωτική συντριβή, η εθνική καταστροφή και ο εθνικός εξευτελισμός.

ΜΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ
Τις μέρες εκείνες ήρθε στο φως, τυχαία και ανεξάρτητα από το γεγονός της άνανδρης δολοφονίας, αφού η έρευνα είχε διεξαχθεί σε ανύποπτο χρόνο, μια έρευνα της νομαρχίας Φλώρινας, που στόχο είχε να καταγράψει τις απόψεις μαθητών και γονέων για τις μορφές εγκληματικότητας και βίας. Η έρευνα αυτή είχε διεξαχθεί με τη χρήση ερωτηματολογίου στα Γυμνάσια και Λύκεια του νομού στο διάστημα 19-21 Οκτωβρίου και συμμετείχαν 487 μαθητές και 149 γονείς ανεξαρτήτως φύλλου. Πρόκειται δηλαδή για απολύτως αντιπροσωπευτική έρευνα των τάσεων που επικρατούν στο ζήτημα.
Τι απέδειξε λοιπόν η έρευνα; Ότι έξι στους δέκα γονείς του νομού είναι αρνητικοί στη συνύπαρξη των παιδιών τους με παιδιά διαφορετικών πολιτισμών, αναγκάζοντας τον ίδιο το νομάρχη Φλώρινας Γιάννη Στρατάκη να παραδεχτεί την ύπαρξη ξενοφοβίας και ρατσισμού στην περιοχή…