ΤΟ ΠΟΓΚΡΟΜ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ ΣΤΙΣ 4 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ
Η δημοκρατία στην Ελλάδα δέχεται επίθεση από μια κλιμάκωση του βίαιου ρατσισμού, που αρχίζει πλέον να θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ατόμων που ανήκουν σε εθνικές και άλλες μειονότητες.
Οι τελευταίες εκδηλώσεις και η κλιμάκωση αυτού του επικίνδυνου κλίματος πηγάζουν από δύο μεγάλα αθλητικά γεγονότα, το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου και τους ολυμπιακούς αγώνες, που φιλοξένησε η χώρα μας μέσα στο καλοκαίρι και με τους οποίους το ξέσπασμα του ελληνικού σοβινισμού οδηγήθηκε στον παροξυσμό.
Όταν η ελληνική ποδοσφαιρική ομάδα κέρδισε το Euro 2004, τον Ιούλη, μέλη της ναζιστικής Χρυσής Αυγής συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της Αθήνας για να «πανηγυρίσουν» τη νίκη μαζί με τις χιλιάδες του συγκεντρωμένου λαού.
Μόλις έφτασαν εκεί οι ναζιστές γρήγορα αποκάλυψαν την πραγματική φύση των «πανηγυρισμών» τους φωνάζοντας «Ό,τι και να κάνεις Αλβανέ, δε θα γίνεις Έλληνας ποτέ» και κυνηγώντας και χτυπώντας μετανάστες οι οποίοι, στο πλευρό των Ελλήνων, γιόρταζαν την αναπάντεχη εθνική επιτυχία. Ενόσω αυτά συνέβαιναν, η αστυνομία δεν έκανε το παραμικρό για να παρέμβει.
Αργότερα, ένας ανταποκριτής του ρ/σ Sky ρώτησε το διευθυντή του αστυνομικού τμήματος Ομόνοιας γιατί η αστυνομία δεν κυνήγησε τους ναζιστές αλλά, αντίθετα, τους άφησε να χτυπήσουν τους μετανάστες. Απαντώντας, ο αστυνομικός του έθεσε το εξής ερώτημα: «Και τι δουλειά είχαν οι ξένοι μέσα σε μια ελληνική γιορτή;»
Ύστερα απ’ αυτά τα γεγονότα, η ήδη θερμή σοβινιστική ατμόσφαιρα έφτασε σε σημείο βρασμού κατά τη διάρκεια των ολυμπιακών αγώνων. Τότε που οι έλληνες θεατές γιουχάριζαν συστηματικά αντίπαλους αθλητές με τη δηλωμένη συνεργία των ελλήνων διοργανωτών.
Αμέσως μετά την αποκάλυψη ότι οι Κώστας Κεντέρης και Κατερίνα Θάνου είχαν παραβιάσει τους αντι-ντόπινγκ κανονισμούς, οι έλληνες οπαδοί αποδοκίμασαν τους αμερικανούς αντιπάλους τους μέσα στο Ολυμπιακό στάδιο φωνάζοντας «Κεντέρης» και «Ελλάς».
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, αποθέωσαν τη χρυσή ολυμπιονίκη, Φανή Χαλκιά, που δήλωσε, μετά τη νίκη της στον τελικό των 400 μέτρων: «Οι Έλληνες είναι γεννημένοι νικητές… Το αποδεικνύουμε αυτό εδώ και χιλιάδες χρόνια μπροστά σε όλο τον κόσμο.» Αναφέροντάς την είδηση, το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων πρότεινε η δήλωσή της να διδάσκεται στα σχολεία.
Η Χαλκιά, μαζί με τους υπόλοιπους έλληνες ολυμπιονίκες, τιμήθηκε αργότερα από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Ωστόσο, ήταν η ήττα με 2-1 από την αλβανική ποδοσφαιρική ομάδα στις 4 Σεπτέμβρη που προκάλεσε τελικά μια πρωτοφανή έκρηξη εθνοτικής βίας.
Με τη λήξη του αγώνα, δεκάδες Αλβανοί κατέβηκαν στην Ομόνοια για να πανηγυρίσουν τη νίκη ανεμίζοντας τα εθνικά τους σύμβολα, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με καμιά διακοσαριά άτομα. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν τραμπούκοι της Χρυσής Αυγής οι οποίοι, αφού προκάλεσαν τους Αλβανούς, τους επιτέθηκαν με κλομπς και τραυμάτισαν αρκετούς.
Την επόμενη στιγμή, οι αστυνομικές δυνάμεις, ήδη παρούσες στην πλατεία, ανέλαβαν δράση κι επιτέθηκαν στους Αλβανούς με κλομπς και δακρυγόνα, προκειμένου να τους διώξουν από την πλατεία, παραδίδοντάς τη στα χέρια του καθοδηγούμενου από τους ναζιστές όχλου.
Τα επεισόδια μεταδόθηκαν τηλεοπτικά και πυροδότησαν αντι-αλβανική βία σε ολόκληρη τη χώρα, με απολογισμό 300 τραυματίες εκ των οποίων 20 τραυματισμένους με κατσαβίδι, σύμφωνα με το Φόρουμ Αλβανών Μεταναστών.
Στη Ζάκυνθο, ο Γκραμός Παλούσι, ένας 20χρονος Αλβανός, πέθανε μαχαιρωμένος στο λαιμό ενώ τέσσερις άλλοι τραυματίστηκαν. Στο Βόλο, τα γραφεία του αλβανικού συλλόγου «Ιλλυρία» δέχτηκαν επίθεση, πυρπολήθηκαν και καταστράφηκαν. Στην Πάρο η αστυνομία παρενέβη στις συγκρούσεις συλλαμβάνοντας δύο Αλβανούς και ασκώντας πάνω τους βία. Το δίδυμο αφέθηκε ελεύθερο μόνο ύστερα από την πίεση ενός συλλόγου αλβανών μεταναστών.
Επεισόδια σημειώθηκαν και σε άλλες πόλεις. Στη Ρόδο, για παράδειγμα, ομάδες νεαρών Ελλήνων ξεχύθηκαν στους δρόμους μετά το τέλος του αγώνα τρομοκρατώντας τους Αλβανούς ενώ, στο Ρέθυμνο, οργανωμένες φασιστικές συμμορίες τρομοκρατούσαν μετανάστες. Παρόμοια περιστατικά σημειώθηκαν και στα Ιωάννινα όπου 400 αφηνιασμένοι ναζιστές κυνηγούσαν μετανάστες.
Τα περισσότερα
περιστατικά, ωστόσο, σημειώθηκαν στις μεγάλες πόλεις, τη Θεσσαλονίκη και την
Αθήνα. Εκεί έγιναν μαζικές οργανωμένες και αυθόρμητες επιθέσεις που περιελάμβαναν
τη χρήση μαχαιριών και σιδηρολοστών. Πολλά από τα θύματα αυτών των επιθέσεων
απλά στέκονταν έξω από τα σπίτια τους ή ήταν περαστικοί.
Η ανοχή και, σε αρκετές περιπτώσεις, συνεργασία της αστυνομίας στο πογκρόμ ήταν
εμφανής. Στην Ακαδημίας, για παράδειγμα, μια μικρή ομάδα Αλβανών με τα εθνικά
τους χρώματα ξυλοκοπήθηκε ανηλεώς από χρυσαυγίτες. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες,
οι ναζιστές πρώτα τους χτύπησαν με κλομπς και στη συνέχεια έσπασαν το αμάξι
τους.
Έως τώρα, κανένας από όσους συμμετείχαν στις βιαιοπραγίες, πλην του δολοφόνου στη Ζάκυνθο, δεν έχει συλληφθεί παρόλο που οι Αλβανοί αφέθηκαν ματωμένοι στους δρόμους και, σε μια από τις επιθέσεις, οι δράστες προσπάθησαν να πνίξουν έναν Αλβανό με τη σημαία του.
Μόνο στην Αθήνα ο αριθμός των νοσηλευμένων Αλβανών έφτασε τους εβδομήντα, εκ των οποίων είκοσι σε κρίσιμη κατάσταση. Επιπλέον, έξι Αλβανοί συνελήφθησαν στην Αθήνα με τις κατηγορίες της αντίστασης και της πρόκλησης ζημιών.
Η παταγώδης αποτυχία της αστυνομίας να αποτρέψει τη ρατσιστική βία ενάντια στους Αλβανούς καταδεικνύει τις ευθύνες της κυβέρνησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κάλυψε το νομάρχη Θεσσαλονίκης, Π. Ψωμιάδη, όταν εκείνος αποκάλεσε τους αλβανούς μετανάστες «μιάσματα» και τους ζήτησε να απολογηθούν για τα επεισόδια στα οποία οι ίδιοι υπήρξαν τα θύματα.
Η θέση της κυβέρνησης ήταν ότι κάθε πολιτικός, και ιδίως κάποιος με τόσο μεγάλη δημοτικότητα όσο ο Ψωμιάδης, μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Έτσι, ο νομάρχης διατήρησε το αξίωμά του και παραμένει ένας από τους πιο δημοφιλείς πολιτικούς.
Μερίδιο ευθύνης για τα θλιβερά γεγονότα της 4 και 5 Σεπτέμβρη φέρει επίσης η δικαιοσύνη που δε διενήργησε καμιά προανακριτική έρευνα παρότι οι τηλεοπτικές κάμερες έχουν καταγράψει πολλές σκηνές αντι-αλβανικής βίας.
Τέλος, ευθύνες βαρύνουν τα κοινοβουλευτικά κόμματα και τα συνδικάτα που περιορίστηκαν σε λακωνικές ανακοινώσεις τύπου αντί να καλέσουν το λαό σε δημοκρατικές διαμαρτυρίες ενάντια στη ρατσιστική βία. Σε καμιά από αυτές τις ανακοινώσεις δεν υπήρχε το θεμελιώδες αίτημα της συνταγματικής απαγόρευσης των ναζιστικών οργανώσεων και της προπαγάνδας τους.
Οι μόνες κινητοποιήσεις ενάντια στο πογκρόμ έγιναν από ένα πολιτικό περιθώριο που έμμεσα ή άμεσα υποστηρίζει τη φασιστική «17 Νοέμβρη» και που γενικά είναι απομονωμένο από το λαό. Οι διοργανωτές αυτών των διαμαρτυριών κράτησαν μακριά τις τηλεοπτικές κάμερες φωνάζοντας: «Μπάτσοι-ΤV-Χρυσή Αυγή, όλα τα καθάρματα δουλεύουνε μαζί». Το αποτέλεσμα ήταν να περιοριστεί η τηλεοπτική κάλυψη, αλλά και η απεύθυνση στο κοινό.
Ακόμη χειρότερα, η διαδήλωση της Αθήνας έκλεισε με τη ρίψη μολότοφ και με συμπλοκές ανάμεσα στους αναρχικούς, που κάλυπταν το μισό όγκο των διαδηλωτών, και την αστυνομία. Ελάχιστοι Αλβανοί συμμετείχαν στην πορεία και, στο τέλος, βρέθηκαν ακόμα περισσότερο εκτεθειμένοι στην κοινή γνώμη.
Η πιο ανησυχητική
πλευρά στο πογκρόμ του Σεπτέμβρη ήταν η ανοχή ή ακόμη και η υποστήριξη που πρόσφερε
μια σημαντική μερίδα του ελληνικού λαού στην αντι-αλβανική βία. Αυτή η συγκεκριμένη
μερίδα του πληθυσμού φαίνεται ότι αισθάνεται να απειλείται κάθε φορά που ένας
μετανάστης αποδεικνύεται καλύτερος από έναν Έλληνα σε κάποιον τομέα.
Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα στα σχολεία, όπου κατά τις εθνικές επετείους ο νόμος προβλέπει
ότι όποιος συγκεντρώνει τους καλύτερους βαθμούς ηγείται της παρέλασης κρατώντας
την ελληνική σημαία. Τα τελευταία χρόνια, τους καλύτερους βαθμούς σε κάποια
σχολεία έχουν Αλβανοί, γιοι και κόρες μεταναστών.
Δυστυχώς, σε αρκετές περιπτώσεις, οι έλληνες γονείς και οι μαθητές δεν άφησαν τους αλβανούς συμμαθητές τους να κρατήσουν τη σημαία. Όταν οι τελευταίοι επέμειναν, οι έλληνες μαθητές κατέλαβαν τα σχολεία και αρνήθηκαν να επιστρέψουν στα μαθήματά τους μέχρις ότου αφαιρεθεί η σημαία από τους «ξένους».
Σε γενικές γραμμές, ήταν οι γονείς που υποκίνησαν αυτές τις εθνικιστικές κινητοποιήσεις. Στον Ελαιώνα Ηλείας, για παράδειγμα, οι γονείς απαίτησαν και πέτυχαν να αφαιρεθεί η σημαία από έναν 11χρονο Ουκρανό. Σε άλλες περιπτώσεις, οι ξένοι αναγκάστηκαν να δηλώσουν Έλληνες προκειμένου να τύχουν ίσης μεταχείρισης.
Όπως θα περίμενε κανείς σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, οι ναζιστές και άλλοι ακροδεξιοί εμφανίστηκαν στο προσκήνιο κατά την παρέλαση της 28 Οκτωβρίου. Στη Νέα Σμύρνη, περίπου είκοσι χρυσαυγίτες συγκεντρώθηκαν στον τόπο της παρέλασης. Κρατώντας πανώ και ελληνικές σημαίες, κραύγαζαν «Έξω όλοι οι Αλβανοί τώρα».
Ο τοπικός εκπρόσωπος της εκκλησίας τους παρακάλεσε να αφήσουν την πορεία να συνεχίσει ειρηνικά αλλά αυτοί διαλύθηκαν μόνο αφού παρέλασαν, με τη συνοδεία της αστυνομίας, πίσω από την επίσημη πορεία φωνάζοντας «Έξω οι ξένοι από την Ελλάδα». Καμία σύλληψη δε διενεργήθηκε.
Στο Σύνταγμα, σε μια άλλη σχολική παρέλαση μπροστά από το κοινοβούλιο, περίπου είκοσι μέλη του φασιστικού Εθνικού Μετώπου επιχείρησαν να εμποδίσουν την παρέλαση φωνάζοντας «Η σημαία μας ανήκει στους Έλληνες».
Ούτε εκεί έγιναν
συλλήψεις, μια ένδειξη της κατάστασης που μέρα με τη μέρα χειροτερεύει για τους
ξένους και τους μετανάστες.