ΤΟ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΙΣΛΑΜ

Η δολοφονία του ολλανδού σκηνοθέτη Τεό Βαν Γκογκ από φανατικούς ισλαμιστές, στις 2/11/04, ανέδειξε στο κέντρο της Ευρώπης το πρόβλημα του ισλαμικού φονταμενταλισμού, που γίνεται μέρα με τη μέρα οξύτερο θέτοντας σε κίνδυνο το ευρωπαϊκό δημοκρατικό σύστημα αξιών.

Ο Τεό Βαν Γκογκ πυροβολήθηκε από μαροκινό ισλαμιστή σε δρόμο του Άμστερνταμ επειδή τόλμησε να σκηνοθετήσει μια ταινία με θέμα τον καταναγκαστικό γάμο μιας μουσουλμάνας. Στην ταινία, ο σκηνοθέτης καυτηρίαζε, με την αρωγή της σομαλικής καταγωγής βουλευτού Αγιαάν Χιρσί Αλί, την καταπίεση των γυναικών από το ακραίο Ισλάμ. Πάνω στο σώμα του βρέθηκε, καρφωμένο με μαχαίρι, σημείωμα αντισημιτικού περιεχομένου στο οποίο διατυπώνονταν απειλές κατά της ζωής της βουλευτού.

Αντιμέτωπη με το Ισλάμ του σκοταδισμού, του πιο άρρωστου αντισημιτισμού, της πιο ακραίας καταπίεσης των γυναικών, και της γενοκτονικής βίας (τζιχάντ), η Ευρώπη αρχίζει πλέον να συνειδητοποιεί ότι η συμβίωση μαζί του είναι αρκετά προβληματική κι εξετάζει την επαναδιαπραγμάτευση της στάσης απέναντί του, τόσο σε κυβερνητικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ΜΚΟ.

Στη διάσκεψη της ΕΕ για τη μετανάστευση και την ενσωμάτωση, που έγινε το Νοέμβρη στο Κρόνινγκεν, η ολλανδή υπουργός μετανάστευσης και ενσωμάτωσης Ρίτα Βέρντονκ επέρριψε σοβαρές ευθύνες στους φανατικούς ισλαμιστές, αναζητώντας παράλληλα την ισορροπία ανάμεσα σε μια πολιτική πάταξης του ισλαμοφασισμού και σ’ εκείνη του μη θρησκευτικού αποκλεισμού. Η Ευρώπη, επεσήμανε η υπουργός, «δεν θα πρέπει να γίνει λίκνο μιας κουλτούρας ισλαμικής τρομοκρατίας, αλλά δεν θα επιτρέψουμε τον αποκλεισμό της μουσουλμανικής κοινότητας». Ο δε εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επικεφαλής της διεύθυνσης κοινωνικής δικαιοσύνης, Τζόναθαν Φολ, παρατήρησε ότι «στις δημοκρατικές κοινωνίες δεν υπάρχει χώρος για δολοφονίες και τρομοκρατία» (Ελευθεροτυπία, 11/11/04).

Στη Γαλλία, όπου ο ισλαμικός φασισμός σημειώνει πρωτοφανή έξαρση, οι αντιφασιστικές οργανώσεις πρωτοστατούν στην καταγγελία του. Ήδη έχει επέλθει διάσπαση μέσα στους κόλπους του αντιρατσιστικού κινήματος πάνω στο ζήτημα.

Συνεπείς αντιρατσιστικές οργανώσεις, όπως είναι η «Ένωση Κατά του Ρατσισμού και του Αντισημιτισμού» (LICRA), η «SOS-Racisme», καθώς και οι μεγάλες ενώσεις της εβραϊκής κοινότητας έχουν διαχωρίσει τη θέση τους από την ισοπεδωτική λογική της εξίσωσης του αντισημιτισμού με τη λεγόμενη «ισλαμοφοβία», που προωθείται κυρίως από την «Κίνηση Κατά του Ρατσισμού και για τη Φιλία των Λαών» (MRAP) και την «Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» (LDH).

Έτσι, η κινητοποίηση της 16/5/04 που διοργανώθηκε, ύστερα από μια σειρά επεισοδίων αντισημιτικής βίας, από την «SOS-Racisme» και την «Εθνική Ένωση Εβραίων Φοιτητών Γαλλίας» με κεντρικό σύνθημα: «δημοκρατία ενάντια στον αντισημιτισμό» έγινε ξέχωρα από εκείνη των MRAP και LDH που πρόβαλαν σαν σύνθημα το «κάτω όλοι οι ρατσισμοί». Στη συνέχεια, όλες οι προσπάθειες για ενότητα απέβησαν άκαρπες.

Στις 29/6 η «SOS-Racisme» συμμετείχε σε συνομιλίες ζητώντας την τροποποίηση της έκκλησης για «επείγουσα αντεπίθεση ενάντια στο ρατσισμό και τον αντισημιτισμό» που είχαν υπογράψει τα συνδικάτα και όλες οι «αριστερές» οργανώσεις με την προοπτική κοινής κινητοποίησης, κι αντιδρώντας στη συμμετοχή σ’ αυτήν ισλαμικών οργανώσεων. Τελικά, η οργάνωση πρότεινε νέο κείμενο στο οποίο θα αναγνωριζόταν ο αντισημιτισμός ως ιδιαίτερη μορφή ρατσισμού που χρειάζεται ειδική αντιμετώπιση. Το κείμενο απορρίφθηκε. Από την πλευρά της η LICRA εκδήλωσε της πρόθεσή της να απέχει από επικείμενες κινητοποιήσεις υπό την ηγεσία των MRAP και LDH, και προέβη σε δική της έκκληση προς τα συνδικάτα, που όμως βρήκε ασήμαντη ανταπόκριση. Παρόμοια στάση τήρησε και ο πρόεδρος του «Αντιπροσωπευτικού Συμβουλίου Εβραϊκών Θεσμών Γαλλίας» (CRIF), Ροζέρ Κουκιερμό, ο οποίος επέκρινε με επιστολή του το MRAP για «πολλαπλασιασμό των επιθέσεων και των κατηγοριών σε βάρος της εβραϊκής κοινότητας».

Στις 18/10 η LICRA ανακοίνωσε την τελεσίδικη άρνησή της να συμπορευτεί «στο πλευρό οργανώσεων που είναι δεδηλωμένοι εχθροί του δημοκρατικού νόμου για το κοσμικό κράτος» (που θεσπίζει το διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους κι απαγορεύει την παρουσία θρησκευτικών συμβόλων στα σχολεία) αλλά κι εκείνων «που δεν ενοχλούνται από τη συμμετοχή φονταμενταλιστών». Στις 20/10 ήταν η σειρά της «SOS-Racisme» να αρνηθεί τη συμμετοχή της στην κινητοποίηση των MRAP και LDH της 7/11 λόγω της παρουσίας μουσουλμανικών οργανώσεων «συγγενικών με το κίνημα των Αδελφών Μουσουλμάνων», ενώ το CRIF εξέδωσε ανακοίνωση (5/11) όπου κατήγγειλε το MRAP για άρνηση του αντιρατσισμού, «σοβαρή συνεργία στο πλευρό της παλαιστινιακής τρομοκρατίας» και για ελαχιστοποίηση της σημασίας των αντισημιτικών ενεργειών. Τελικά, η κινητοποίηση των «αντιρατσιστών», παρά τη συμμετοχή σ’ αυτήν πλήθους φορέων, σημείωσε παταγώδη αποτυχία αφού στο Παρίσι συγκεντρώθηκαν μόλις 5.000 άτομα.

Τόσο μεγάλος είναι ο βαθμός συνειδητοποίησης των γάλλων αντιρατσιστών ώστε στις 2/12 η «SOS-Racisme» με ανακοίνωσή της καταγγέλλει τη μετάδοση του τηλεοπτικού δικτύου Αλ-Μανάρ στη Γαλλία και χαιρετίζει τις δηλώσεις της γαλλικής κυβέρνησης περί τροποποίησης του σχετικού νομοθετικού πλαισίου. Η οργάνωση εκφράζει την πρόθεσή της να κινηθεί ακόμη και δικαστικά προκειμένου να απαγορευτεί η μετάδοση ενός δικτύου που, όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση, έχει μοναδικό στόχο τη διάδοση του αντισημιτικού μίσους και τη δικαιολόγηση της τρομοκρατίας.

Το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών του γαλλικού αντιρατσιστικού κινήματος με τον ισλαμικό φασισμό αποτελεί λαμπρό παράδειγμα αντιναζιστικής στάσης και μπορεί να οδηγήσει στην αποτελεσματική καταπολέμηση του φαινομένου σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο.