ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΜΕ ΟΧΗΜΑ ΤΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ

Ενδεικτικός του τρόπου με τον οποίο το επίσημο ελληνικό κράτος αντιμετωπίζει τις εθνικές μειονότητες είναι ο λόγος και τα έργα των επιφανών εκπροσώπων του, και πρώτα απ’ όλα του αρχηγού αυτού του κράτους, Κ. Στεφανόπουλου.

Ο Στεφανόπουλος επισκέφτηκε την Αλβανία, στα μέσα Οκτώβρη, όπου και περιόδευσε στα ελληνικά μειονοτικά χωριά του νότου.

Σε ομιλία του προς τους έλληνες της νότιας Αλβανίας τόνισε ότι «δεν έχω παρά να διεκδικήσω τα δικαιώματά τους, όπως προβλέπουν οι Διεθνείς Συμβάσεις για τις μειονότητες.» Με άλλα λόγια, εκπροσωπώντας το ελληνικό κράτος, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας θέλησε να εμφανιστεί ως ο κηδεμόνας μιας μερίδας πολιτών ενός άλλου κράτους. Και για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία για τις προθέσεις του ζήτησε, μεταξύ άλλων, τον αποχαρακτηρισμό ορισμένων μειονοτικών περιοχών, αναβαθμίζοντας έτσι το ελληνικό στοιχείο των περιοχών αυτών από μειονότητα σε κυρίαρχη εθνότητα.

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, που κατάγεται από την περιοχή, δήλωσε «υπερήφανος γι’ αυτή την καταγωγή μου από τα σκλαβωμένα, αλλά πάντοτε ελεύθερα χώματα της Βορείου Ηπείρου. Ελεύθερα στην καρδιά, ελεύθερα στο φρόνημα, ελεύθερα στη γλώσσα» (Ελευθεροτυπία, 21/10/04). Η παραπάνω αλυτρωτική δήλωση του προέδρου πέρασε στον τύπο ως κάτι το φυσιολογικό, που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, ενώ κανένας εκπρόσωπος της χώρας δεν προέβη σε κάποια κίνηση συγγνώμης προς το αλβανικό κράτος.

Αντίθετα, προβλήθηκε η επίδειξη «δημοκρατικής» συμπεριφοράς απέναντι σε εθνομειονοτικά ζητήματα που έκανε ο πρόεδρος όταν είπε πως «Ο καθένας έχει δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεται». Αυτό φυσικά είναι αναφαίρετο δικαίωμα των εθνικών μειονοτήτων, με τη μόνη διαφορά ότι η Ελλάδα δεν το έχει ακόμη αναγνωρίσει για τις δικές της.